ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Κάντε κλίκ εδώ για να δείτε την παρουσίαση σε PowerPoint

 «Ποιος θνητός να σηκώσει στους ώμους του τις πολλές ζωές σου;?» αναρωτιέται η Τατιάνα Αβέρωφ, η συγγραφέας και ταυτόχρονα η κόρη. Και καθώς αυτές οι πολλές ζωές όρισαν τη δική της, απλώνει το χέρι της για να αγγίξει το σταθερό και φερέγγυο παρελθόν του πατέρα, με την επίγνωση ότι εκεί βρίσκεται η καταγωγή του μέλλοντός της. Παράλληλα, μπαινοβγαίνει στο δικό της παρελθόν. Μεταβαίνοντας από την τριτοπρόσωπη αφήγηση (με την οποία εξιστορούνται, με τα μέσα και τα εργαλεία του ιστορικού μυθιστορήματος, η παιδική και η νεανική ηλικία του ήρωα) στην πρωτοπρόσωπη (όπου η κόρη απευθύνεται στον πατέρα, εκμυστηρευόμενη την αμφιθυμία της απέναντί του, την αδιάκοπη ταλάντωσή της ανάμεσα στην αγάπη και την αποθάρρυνση, τις προσδοκίες της, τις ματαιώσεις) εισέρχεται σ? αυτό το πραγματικό θησαυροφυλάκιο, άλλοτε επιφυλακτικά, άλλοτε τολμηρά, άλλοτε αμήχανα, όμως πάντοτε αποφασιστικά. Γιατί το παρελθόν δεν είναι σταθεροποιημένο, παγιωμένο, κλειστό και αδιαπέραστο. Μπορούμε να επιστρέψουμε σ? αυτό και να μαζέψουμε ό,τι μας έπεσε, να επιδιορθώσουμε ό,τι έσπασαν οι άλλοι, να μιλήσουμε με τους νεκρούς. Και αυτό κάνει, πεισματικά, συγκινητικά, η Τατιάνα Αβέρωφ.

 Σε ένα πρώτο επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα βιογραφικό εγχείρημα: είναι η ανασύνθεση της πατρικής διαδρομής, από τη γέννησή του, ως τις παραμονές του γάμου του. Αναζητά ποιος είναι ο πατέρας της στα χρόνια πριν εκείνη γεννηθεί, πριν τον γνωρίσει. Για να τον βρει συνδυάζει τα οικογενειακά αρχεία που έχει στη διάθεσή της ―το ογκώδες σώμα της αλληλογραφίας του Αβέρωφ-Τοσίτσα, τις συνεντεύξεις του και ιστορικές μελέτες.


 


 Όμως, κάτω από τις γραμμές, κάτω από την πλούσια ανάπλαση του βίου και της πολιτείας του πατέρα, περνάει, σαν υπόγειο, βουβό ρεύμα, η ψυχική αυτοβιογραφία της κόρης. Η αληθινή ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η αφηγήτρια-κόρη που πριν ακόμη αρχίσει να γράφει- έρχεται αντιμέτωπη με πολλά προσωπικά ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την εκ των υστέρων «σχέση» με τον πατέρα. Στο βιβλίο είναι διάσπαρτες εκμυστηρεύσεις της κόρης ? συγγραφέως που το επιβεβαιώνουν:

  • «σπούδασα ψυχολογία για να τα βγάλω πέρα μαζί σου» (σ.11)
  • «πιο πολύ με βασάνιζαν νομίζω αυτά που δεν έλεγες. Η ησυχία σου. Η μαύρη σιωπή που βάραινε πολλές φορές το σπίτι.» (σ165)
  • «Θέλω να γνωρίσω εσένα, τον Λόλη, πέρα από τους ρόλους.» (σ166)
  • «δεν θυμάμαι να βίωσα ποτέ την κατανόησή σου, αλλά μια ζωή λαχταρούσα την αποδοχή σου» (σ.281)
  • «δεν γράφω από χρέος ή διάθεση να σε υμνήσω. Είμαι ελεύθερη πια» (282)
  • «περάσαμε τη ζωή μας έτσι, στη μαντεψιά και στη σιωπή» (σ 289)
  • «Πώς να σε καταλάβω;» (σ 398)
  • «έχω νοιώσει από νήπιο την λατρεία και την απέχθεια στο πρόσωπό μου επειδή ήμουν παιδί σου» (σ. 496)
  • «Η αγάπη, λένε, θέλει δυο ανθρώπους. Σε ασπάζομαι, πατέρα, τώρα πια μπορώ να σ' αγαπήσω. Συγνώμη που άργησα τόσο» (σ.498)


 Όλα αυτά σχετίζονται με την προσωπική και επομένως συναισθηματική εμπλοκή της Τατιάνας Αβέρωφ με τον πατέρα της.

 H γραφή της, εμβαπτισμένη στην ιστορία και ενδυναμωμένη από την έρευνα, παρακολουθεί και δραματοποιεί τη βιοτική περιπέτεια του Ευάγγελου Αβέρωφ, αλλά κάθε τόσο παρεκκλίνει, για να διακλαδωθεί σ? ένα παράλληλο μονοπάτι, να γίνει η γραφή του εαυτού που συγκροτεί ένα εγώ μέσω του γραπτού. «Ποιος ήσουν αλήθεια;» (σ. 496) αναρωτιέται λίγο πριν το τέλος του βιβλίου, μετά από 500 περίπου σελίδες πυκνής, ρέουσας αφήγησης. Και αμέσως μετά: «Ποια ήμουν εγώ, αλήθεια; Ποια αλήθεια;». (σ. 496)
 

 Η Τατιάνα Αβέρωφ εναποθέτει στη γραφή την παθιασμένη της επιθυμία να γνωρίσει τον πατέρα μέσω της γλώσσας, για να διαπιστώσει μετά το μακρύ ταξίδι της συγγραφής ότι η αλήθεια είναι πολύ πιο ρευστή από όλες τις βεβαιότητες. Ο άνθρωπος είναι τα μυστικά του. Ο άνθρωπος είναι οι αντιφάσεις του. Ο πατέρας δεν έχει ζήσει μία μονάχα ζωή, αλλά δέκα ζωές σε μία.

 «Είκοσι χρόνια πέρασαν που προσπαθώ με πείσμα να σε γνωρίσω, εσένα τον άνθρωπο, όχι τις πολλές εικόνες σου. Είκοσι χρόνια που ψάχνω, διαβάζω, ερευνώ, και σαν την κλέφτρα κίσσα συλλέγω ό,τι ρετάλι του χρόνου, του κουτσομπολιού ή της Ιστορίας βρεθεί στον δρόμο μου και το αποθηκεύω καρτερικά, μπας και μπορέσω μια μέρα να γράψω για σένα. Μήπως ήρθε επιτέλους ο καιρός; Πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα αν σε είχα γνωρίσει όσο ήσουν ζωντανός. Αλλά η σκιά σου ήταν πάντα πολύ μεγάλη κι εγώ έτρεχα μ? όλη μου τη δύναμη να σε αποφύγω για να μεγαλώσω. Η αγάπη λένε θέλει δυο ολόκληρους ανθρώπους. Τι κρίμα που δεν σε πρόλαβα, που δεν συμπέσαμε οι δυο μας στον ίδιο χρόνο. Πόσο πιο απλά θα ήταν αν σε είχα απέναντί μου τώρα να σε ρωτώ, αντί ν? ανατρέχω σε αρχεία και μνήμες και μυθοπλασίες. Ποιος είσαι; Πώς ζεις με τις αντιφάσεις; Πώς δεν ζαλίζεσαι απ? τις πολλές ζωές σου; Τι κρύβεις, εσύ ο άνθρωπος, κάτω απ? το κάθε ηρωικό σου βήμα; Θα μου απαντούσες άραγε; Θα τολμούσες;...»(σ. 9)

 Το βιβλίο δομείται σε πέντε κεφάλαια. Ως τίτλος κάθε κεφαλαίου, κατά σειρά, τίθεται ένα από τα έργα του Ευάγγελου Αβέρωφ: τα μυθιστορήματα «Η φωνή της γης» (1964), «Η γη της οδύνης» (1966), «Γη Δελφύς» (1968), «Όταν ξεχνούσαν οι θεοί» (1969) και το θεατρικό «Καρυδιές στην πέτρινη γη».


 Σε κάθε κεφάλαιο υπάρχει μία «γέννηση», δηλαδή μια εμπειρία ζωής, καθοριστική για το χαρακτήρα και την εν συνεχεία διαδρομή του Αβέρωφ. Είναι οι πέντε πρώτες ζωές του πατέρα της συγγραφέως.

 Το πρώτο μέρος «Η φωνή της γης? περιλαμβάνει τα χρόνια 1908-1920 , ξεκινά δηλαδή από τη γέννηση του Ευάγγελου Αβέρωφ, τρίτου παιδιού του Τάσου Αβέρωφ και της Ευθυμίας Χατζηγάκη την Παρασκευή 17 Απριλίου 1908.

 Το μυθιστόρημα με τρόπο αλματικό μας δείχνει τον δεκάχρονο Ευάγγελο - Λόλης το χαϊδευτικό του - στο χτήμα της Λάρισας να μεγαλώνει παρατηρώντας τη σύγκρουση ανάμεσα στον πατέρα και το μεγάλο γιο το Μιχάλη. Ο Λόλης θησαυρίζει εμπειρίες και διδάγματα για την κατοπινή του διαδρομή. Παρατηρώντας τη σύγκρουση δύο εγωισμών, σε μια σκηνή βγαλμένη λες από την Ιλιάδα, σε ένα αγώνα πατέρα-πρωτότοκου να παραβγαίνουν καβάλα στ' άλογα, θα συμπεράνει : ?Τι ανοησία οι αντιπαλότητες ?.(σ. 43)

 

 

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1920 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα χάριν των παιδιών: «να φοιτήσουν σ' ένα καλό σχολείο, να γνωρίσουν και πέντε ανθρώπους, να βρει και η Μίκα έναν γαμπρό αντάξιο του ονόματός τους» (σ. 74)


 Το δεύτερο μέρος,  ?Γη της Οδύνης? καλύπτει την περίοδο 1920- 1927 στην Αθήνα. Η δεύτερη ?γέννηση? του Λόλη συντελείται στο σπίτι του θείου Γιώργου, αδερφού του πατέρα του που ήταν βουλευτής του Βενιζέλου. Πρόκειται για κρίσιμη επιρροή μέσα σε κλίμα ευφορίας από τις νίκες στην Μικρασία και την περηφάνια για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οι συχνές επισκέψεις στο σπίτι του θείου Γιώργου θα προσφέρουν την ευκαιρία να γνωρίσει σημαντικά πρόσωπα όπως τον ζωγράφο Παρθένη και τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.

 Το πρώτο σοκ από την πολιτική ο νεαρός Λόλης θα το εισπράξει όταν το ίνδαλμά του, ο Βενιζέλος, χάνει τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 και αναρωτιέται: «Γιατί όλοι έπεσαν έξω στην κρίση τους; Γιατί δεν το προέβλεψαν; Όλοι, ακόμα και ο Παπαναστασίου!» (σ. 95). Και για πρώτη φορά τίθεται εμπρός του το ερώτημα: πως παράγεται η ορθή πολιτική κρίση;

 Στις 25 Ιουνίου 1922 ο Λόλης εγγράφεται στη νεολαία της Δημοκρατικής Ένωσης του κόμματος του Παπαναστασίου.

 Φοιτά στο Βαρβάκειο. Εκεί, όταν συγκρούεται με έναν αυστηρό κι άδικο καθηγητή, το αποτέλεσμα είναι μια αποβολή 3 εβδομάδων και η άγρια σύγκρουση με τον αυστηρό πατέρα. Απ? αυτή την περιπέτεια θα βγει τελικά δικαιωμένος. ? Δεν ήταν του στυλ του η αντίδραση για την αντίδραση. Εκείνον τον κινητοποιούσε ο σκοπός μάλλον παρά η κόντρα, το κυνήγι παρά η επιβολή, η αναζήτηση της λύσης στο όποιο πρόβλημά του? (σ. 116) Με επιμονή θα διεκδικήσει το δίκιο του αρκεί ?να ξέρεις βέβαια και πως να υποστηρίξεις τη θέση σου. Να είσαι σύντομος, σαφής και πειστικός. Μελετημένος. Δύναμη είναι το δίκιο σου, και η εξουσία φυσικά? (σσ. 118-119).

 Εκείνη την περίοδο τον χτυπά η φυματίωση.

 Η οικογένεια τον στέλνει στην Ελβετία σε ένα σανατόριο στο Νταβός όπου θα μείνει δύο χρόνια χωρίς να έχει διάθεση να γυρίσει πίσω, λόγω και του έρωτα του με μια γαλλίδα. Συγκρούεται με τη μάνα του και ο Λόλης παίρνει το μάθημά του απ? αυτή τη σύγκρουση: «Όλα έχουν τη χρησιμότητά τους στο παιχνίδι της πειθούς και της διπλωματίας. Τα ηχηρά ξεσπάσματα είναι κι αυτά απαραίτητα»(σ. 163).

 Επιστρέφει μετά από δύο εβδομάδες υποταγμένος στο σχέδιο της οικογένειας. Τηλεγραφεί: ?Επιστρέφω θεραπευθείς ίνα φοιτήσω εις Ιατρικήν?. (σ. 174)


 Το τρίτο μέρος, ?Γη Δελφύς? καλύπτει την περίοδο 1927-1941. Το κλίμα στο σπίτι δεν είναι καλό. Η αδερφή του η Μίκα είναι ερωτευμένη με το νεαρό Παναγιώτη Κανελλόπουλο αλλά η οικογένεια ούτε να ακούσει ?γι' αυτόν τον νεαρό κομμουνιστή? (σ. 181). Ο Λόλης πάλι μισεί την Ιατρική την οποία εγκαταλείπει, μετά από δύο χρόνια, για να σπουδάσει πολιτικές επιστήμες, διότι κάποτε σκοπεύει να πολιτευτεί. (σ. 200)


Έτσι θα βρεθεί στο πανεπιστήμιο της Λωζάνης έως το 1933 για να σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και Νομικά. Εκεί πραγματοποιείται η τρίτη του γέννηση. «Δεν θυμάμαι να μας έλεγες ιστορίες πριν από το ?29. Λες και η αφήγηση της ζωής σου ξεκινούσε από τη Λωζάνη» σημειώνει η αφηγήτρια κόρη. (σ. 203)

Το 1931, σε ηλικία 25 χρονών, μετά από παρότρυνση του Παπαναστασίου, κάνει τη διατριβή του με θέμα την ένωση των Βαλκανίων σε ενιαίο δημοκρατικό σχηματισμό και την υποβάλλει στο διαγωνισμό της τρίτης Βαλκανικής διασκέψεως. Παίρνει το πρώτο βραβείο.

Επισκέπτεται για πρώτη φορά το Μέτσοβο, το καλοκαίρι του 39 μετά την υποτροπή της υγείας του. Έχει ανταλλάξει επιστολές με τον βαρόνο Μιχαήλ Τοσίτσα, μακρινό πρόγονο του, στο πρόσωπο του οποίου βρίσκει έναν ικανό και κοσμοπολίτη συζητητή κατάλληλο να του εκμυστηρευτεί τα σχέδιά του για την περιοχή.

 Η 28η Οκτωβρίου του 1940 τον βρίσκει στην Αθήνα. Δεν θα κληθεί να υπηρετήσει λόγω κακής υγείας. Ζητά να καταταγεί εθελοντής, αλλά δεν τον κάνουν δεκτό. Τότε πάει στα Γιάννινα και εντάσσεται στην ομάδα του συμμαθητή του Αχιλλέα Καράκαλου, ως σαμποτέρ στα μετόπισθεν του εχθρού.

 Τον Μάρτιο του 1941, 33 χρονών πια, διορίζεται νομάρχης στην Κέρκυρα από την κυβέρνηση Κορυζή. Είναι το πρώτο πολιτικό του πόστο. Και δεν αργεί να κερδίσει τον σεβασμό των Κερκυραίων. Μετά την παράδοση της Κέρκυρας μένει δύο μήνες στο νησί προσπαθώντας να οργανώσει παθητική αντίσταση. Έρχεται στο Μέτσοβο και αφού μεσολαβεί μια σύντομη σύλληψη, κατεβαίνει στο ρημαγμένο κτήμα στη Λάρισα, όπου προσπαθεί να βάλει μια τάξη. Στην περιοχή φουντώνει επικίνδυνα το κουτσοβλαχικό ζήτημα (σ.321-326). Ο Λόλης αντιστέκεται συλλαμβάνεται και μεταφέρεται μαζί με άλλους στην Ιταλία.


 Το τέταρτο μέρος, ?Όταν ξεχνούσαν οι θεοί?, καλύπτει τα χρόνια 1942-1945, αιχμάλωτος στην Ιταλία, στο στρατόπεδο Φεραμόντι στην Καλαβρία. Ορίζεται αρχηγός και εκπρόσωπος των 104 Ελλήνων του στρατοπέδου. Απαιτεί από το διοικητή οι Έλληνες κατά την καθημερινή έπαρση και υποστολή της σημαίας να μην υψώνουν το χέρι σε φασιστικό χαιρετισμό. Κι αυτό του κοστίζει. Οι ακραίες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου είναι σημαδιακές και για το Λόλη αποτυπώνονται ως τέταρτη γέννηση.

 Όταν η Ιταλία υπέγραψε ανακωχή με τους συμμάχους, περνά στην γερμανοκρατούμενη Ρώμη όπου μαζί με τον Θόδωρο Μελετίου συγκροτούν την ομάδα ?Ελευθερία ή Θάνατος? η οποία διευκόλυνε τη φυγάδευση παράνομων ελλήνων ή συμμάχων. Φυγάδευσαν συνολικά 700 αιχμαλώτους και έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για την ?γοτθική γραμμή? άμυνας των Γερμανών στα Απέννινα όρη. Όταν τον Ιούνιο του 1944 οι σύμμαχοι μπήκαν στη Ρώμη, ο Λόλης εντάσσεται για ένα χρόνο στη Διασυμμαχική Υπηρεσία εκτοπισθέντων προσώπων.

 Τον Ιούνιο του 45 επιστρέφει στην Αθήνα και σε ηλικία 37 χρονών αποφασίζει να πολιτευτεί με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου.


Το πέμπτο μέρος, ?Καρυδιές στην Πέτρινη γη?, καλύπτει την περίοδο 1945-1947, όπου έχουμε την πέμπτη «γέννηση». Η αλληλογραφία του Αβέρωφ με τον βαρόνο Τοσίτσα έχει πυκνώσει. Κι όταν ο βαρόνος εκδηλώνει την επιθυμία του να υιοθετήσει ένα παιδί από το Μέτσοβο, ο Αβέρωφ προτείνει: ?Πιστεύω λοιπόν πως θα ήταν όμορφο, όχι να αλλάξω το όνομά μου, αλλά, αν το επιθυμείτε και εσείς, να φέρω και τα δύο ονόματα και να ονομάζομαι Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας? (σ. 450-451).Τον έχει πείσει να αναστυλώσει το αρχοντικό των Τοσιτσαίων και με συγκεκριμένα έργα να συμβάλει στην ανάπτυξη του τόπου. Φτιάχτηκαν βρύσες, συντηρήθηκαν εκκλησίες, έγιναν αναδασώσεις, έγινε εργοστάσιο ξυλείας, τυροκομείο, πρότυπο βουστάσιο, κτίστηκε νοσοκομείο... Ο Βαγγέλης - κι όχι πλέον Λόλης ? έχει πάρει απόφαση να πολιτευτεί στην Ήπειρο. Ανεβαίνει στο Μέτσοβο και γίνεται δεκτός με εγκάρδιες εκδηλώσεις. Έχοντας, όμως, ως αντίπαλο τον Ναπολέοντα Ζέρβα υπάρχουν δυσκολίες για την εκλογή του. Το αντιλαμβάνεται το ίδιο βράδυ όταν οι Μετσοβίτες έρχονται και του ζητούν να τους μοιράσει σε λίρες την προίκα του ιδρύματος Τοσίτσα για να τον ψηφίσουν! Λίρα και ψήφο. Εκρήγνυται και δεν ενδίδει. Ενώ αυτός μιλάει για ανάπτυξη, αυτοί θέλουν λίρες και στο χέρι. Παρόλα αυτά εκλέγεται βουλευτής. Είναι η χρονική στιγμή που όλοι στην Ευρώπη επαναχαράζουν τα σύνορά τους. Δυστυχώς η μοναδική παραχώρηση που γίνεται στην Ελλάδα είναι η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων. Τίποτε άλλο. Ο Βαγγέλης κατανοεί μια επίκαιρη αλήθεια: ?δυστυχώς, η διεθνής δικαιοσύνη δεν υπάρχει? (σ. 466).

 Στα τέλη Οκτωβρίου του 1946 γνωρίζει την αγγλοθρεμμένη Ντίνα Λυκιαρδοπούλου και δεν αργεί ανάμεσά τους να αναπτυχθεί σφοδρό αίσθημα. Η οικογένειά της αντιδρά. Να δώσουν αυτοί το κορίτσι σε έναν ανεπάγγελτο; επάγγελμα είναι το βουλευτιλίκι; κι επιπλέον έχει και κλονισμένη υγεία, φθισικός, με κακά γονίδια... (σ. 479, 480). Τελικά, όμως, όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, άμα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, οι γονείς υποχωρούν.

 Ο γάμος γίνεται στο Λονδίνο.

 Σε αυτή τη φάση της ζωής του ολοκληρώνεται κατά το ήμισυ η προσπάθεια της Τατιάνας Αβέρωφ. Η ίδια ομολογεί στον πατέρα της: «Δεν μπόρεσα να χωρέσω τη ζωή σου σε ένα βιβλίο [...] Κάποτε ίσως συνεχίσουμε το ταξίδι μας παρέα.» (σ. 495). Υπόσχεση συνέχειας, με τις άλλες πέντε ζωές του Ευάγγελου Αβέρωφ, για να ολοκληρωθεί η προσπάθεια.
 


  Η Τατιάνα Αβέρωφ οικοδομεί μια γρήγορη, ρέουσα δράση που είναι προσιτή στον μέσο αναγνώστη. Καταθέτει την οπτική της για το ποιος ήταν ο πατέρας της, πλάι, αν όχι απέναντι, στη θέση που του επιφυλάσσουν οι ιστορικοί για την πολιτική του διαδρομή. Όμως στόχος του βιβλίου μοιάζει να μην είναι οι άλλοι, οι αναγνώστες, η δημόσια ιστορία και η αποτίμηση του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα σήμερα από την κοινωνία, αλλά η αφορμή για να αναζητήσει η συγγραφέας τις ρίζες της και το χαρτί γίνεται καθρέφτης ενδοσκόπησης.
 

 "Ξεκίνησα τούτο το ταξίδι με την εγωκεντρική ματιά του παιδιού και την αλαζονεία του ψυχολόγου που όλα τα ερμηνεύει. Ανακάλυψα στην πορεία πως η αλήθεια είναι πολύ πιο πολύπλοκη, πολύ πιο ρευστή από τις όποιες βεβαιότητες, έστω και τις πιο καλοπραίρετες και τεκμηριωμένες. Πίστευα αρχικά ότι η "αληθινή" σου πλευρά ήταν αυτή που πάντα αγαπούσα και ταυτιζόμουν μαζί της: η αγάπη σου για τη γη, για τον άνθρωπο, τον έρωτα, την τέχνη. Πίστευα πως γεννήθηκες ένας ευτυχισμένος αγρότης και ποιητής, αλλά αναγκάστηκες να θυσιαστείς στο βωμό του καθήκοντος. Μιλούσες συχνά για το καθήκον. είχες βαθιά τη συναίσθηση και βαριά την ευθύνη του ονόματός σου: Ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο εθνικός Ευεργέτης-αυτός ο στρυφνός και αδέκαστος θείος, που δεν έκανε παιδιά ούτε οικογένεια, γιατί είχε έναν και μόνο σκοπό στη ζωή του. Οι ρίζες σου. Οι γονείς σου. Το βάρος της συνέχειας". (σ. 496)

 24 χρόνια μετά τον θάνατό του, έρχεται η πένα της ίδιας του της κόρης για να «μιλήσει» για εκείνον με λογοτεχνική αρτιότητα. Ο πολιτικός Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας ίσως για πρώτη φορά «ζωντανεύει» μέσα από ένα βιβλίο, δίνοντας μια ιδανική ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να τον ξανα-γνωρίσει όχι τόσο ως σημαίνον πολιτικό πρόσωπο, αλλά ως έναν φυματικό νέο, ως μαθητή, ως πατέρα, ως σύζυγο, ως φοιτητή, ως ανυπάκουο γιο, αλλά και αιχμάλωτο πολέμου.

 Κλείνω με τη γνώμη ενός καταξιωμένου συγγραφέα του Βασίλη Βασιλικού:

 «Ποτέ δεν διάβασα τέτοια αφήγηση που ισορροπεί πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, πάνω από μια άβυσσο, που είναι η ψυχή του κάθε ανθρώπου, χωρίς ωστόσο προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας. Και ποτέ η αγωνία μου σαν αναγνώστη δεν ήταν μεγαλύτερη από το να παρακολουθώ αυτή τη συγγραφική ακροβασία με το φόβο μήπως η ακροβάτισσα-συγγραφέας γκρεμοτσακιστεί. Και ω του θαύματος: βγαίνει σώα και αβλαβής, θριαμβεύτρια απ? αυτό το συγγραφικό σάλτο μορτάλε. Η ανακούφιση και η χαρά μου που τα έβγαλε πέρα σ? αυτή την οριακή χειρουργική επέμβαση και κατάφερε να αναστήσει ένα χαρακτήρα (τον πατέρα της) αγωνιστή και γεννημένο διπλωμάτη, πλάθοντάς τον με τα γήινα υλικά του, τα χθόνια, ζωντανεύοντας παράλληλα μια ολόκληρη εποχή και μια περιοχή (το Μέτσοβο), άγνωστη καθ? ολοκληρίαν, με αναγκάζει να υποκλιθώ στο επίτευγμά της αυτό.»


Πέτρος Πιτσιάκκας (Φιλόλογος)

Ναύπακτος 28 Φεβρουαρίου 2015